ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφω πώς μέσα από την εμπειρία μου ως ψυχοθεραπεύτρια κατέληξα να θεωρώ τη Συμφιλίωση ως έννοια που εκφράζει την ουσία της ψυχοθεραπείας. Θα αναφερθώ στις κατανοήσεις - σταθμούς, τις αμφιβολίες και αναζητήσεις που βοήθησαν στην εξέλιξη της σκέψης μου. Γιατί, πέρα από το θεωρητικό υπόβαθρο και τις τεχνικές με τις οποίες είναι εφοδιασμένος κάθε θεραπευτής, υπάρχει η σύνθεση που προκύπτει από την προσωπική του πορεία στη συνεχιζόμενη συνάντησή του με τις τρέχουσες θεωρίες και τα ιδεολογικά ρεύματα.

Οι αλληλεπιδράσεις και η προσωπική ευθύνη

Όταν, πριν από πολλά χρόνια, ξεκίνησα την εξειδίκευσή μου στη Συστημική Προσέγγιση στην Ψυχοθεραπεία -η Χάρις Κατάκη ήταν η δασκάλα μου, που κυριολεκτικά με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στον κόσμο της ψυχοθεραπείας- το πρώτο που διαπίστωσα ήταν η έμφαση που δινόταν στις αλληλεπιδράσεις και την ευθύνη του καθενός. Μια μετακίνηση από το γραμμικό τρόπο σκέψης, με τα σαφή αίτια και αιτιατά, σε έναν κυκλικό τρόπο όπου δεν υπάρχουν πολωτικές διχοτομήσεις (φταίχτης - αθώος, θύτης - θύμα, καταπιεστής - υποταγμένος), αλλά επανατροφοδότηση μέσω της αλληλεπίδρασης.

Συνειδητοποίησα ότι όσο ανάποδες κι αν είναι οι συνθήκες, όσο άδικο κι αν έχουν οι άλλοι, πάντα υπάρχει ένα μικρό, έστω ένα ψήγμα ευθύνης το οποίο έχουμε εμείς οι ίδιοι για την κατάστασή μας. Και ότι αναγνωρίζοντας το δικό μας μερίδιο κι αναλαμβάνοντας να κάνουμε κάτι με αυτό, τα πράγματα γύρω μας αλλάζουν με έναν τρόπο μαγευτικό! Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας απόμακρος σύζυγος κάνει μια τρυφερή κίνηση προς τη γυναίκα του. Ή ένα παιδί πλένει τα πιάτα αυθορμήτως!

Όταν τέτοιες αλλαγές συμβαίνουν στην αρχή της ψυχοθεραπείας κάποιου, ο θεραπευτής θα τον βοηθήσει να εντοπίσει τι έκανε ή πώς ένιωσε ο ίδιος που λειτούργησε καταλυτικά και αναδύθηκαν αυτές οι νέες δυνατότητες -ώστε να μπορέσει και να το επαναλάβει. Επισημαίνονται οι φαύλοι κύκλοι στις διαπροσωπικές σχέσεις και η πίστη ότι, από τη στιγμή που κάποιος αναλάβει την ευθύνη να κάνει από τη δική του μεριά ό,τι χρειάζεται για να τους σταματήσει, θα μπορέσει να επιδράσει στη ροή των πραγμάτων και να λειτουργήσει ως μοχλός για αλλαγή.

Η αναγνώριση και ανάληψη της προσωπικής ευθύνης μετατρέπεται σε δύναμη, που ενθαρρύνει, προσφέρει ελπίδα και την αίσθηση ότι δεν είναι κανείς στο έλεος των περιστάσεων. Διαπίστωσα ότι ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό ο κάθε θεραπευόμενος μπορεί να επιτύχει μικρές ή μεγαλύτερες κατακτήσεις. Στην εσωτερική του πραγματικότητα, καθώς η αίσθηση δύναμης και η ανακούφιση μεγαλώνουν, η απελπισία αλλά και ο θυμός προς τους άλλους μειώνονται. Μειώνονται επίσης τα τυχόν σωματικά συμπτώματα, πονοκέφαλοι, ζαλάδες, πανικοί ή χάνουν τη σημασία τους καθώς ο θεραπευόμενος μπορεί να τα εντάξει σε ένα αλληλεπιδραστικό πλαίσιο και να τα εξηγήσει, αντί να τα βιώνει ουρανοκατέβατα και να αισθάνεται ανίσχυρος απέναντί τους.

Σε αυτό το σημείο της ψυχοθεραπείας, ένας πρώτος κύκλος δουλειάς έχει ολοκληρωθεί. Αρκετοί, έχοντας καταφέρει να απαλλαγούν από ενοχλητικά συμπτώματα και έχοντας μάθει να διαχειρίζονται την καθημερινότητά τους πιο λειτουργικά, σταματούν εδώ. Μπορεί να επανέλθουν ή μπορεί και όχι, αξιοποιώντας ίσως τις δυνατότητες που η ίδια η ζωή προσφέρει.

Όσοι αποφασίσουν να συνεχίσουν το εσωτερικό τους ταξίδι θα έρθουν σε επαφή με τις βαθύτερες συγκρούσεις και αντιφάσεις που τους ταλανίζουν με σκοπό να δώσουν ένα νόημα στην πολυπλοκότητα μέσα τους και γύρω τους και να αυτοκατευθυνθούν (Katakis, 1990a). Η ψυχοθεραπεία προχωράει έτσι σε κύκλους, όπου ο άνθρωπος σταδιακά πετυχαίνει μια πιο οργανωμένη και συνθετική αντίληψη για τον εαυτό του, γεγονός που στη συνέχεια του επιτρέπει να επαναπροσδιορίζει τις σημαντικές του σχέσεις και ξανά το ίδιο προς ολοένα ανώτερα επίπεδα γνωστικο-συναισθηματικής συγκρότησης (Katakis, 1990b).

Στην ώριμη φάση της ψυχοθεραπείας του είναι έτοιμος να αγγίξει και να επεξεργαστεί βασικές πεποιθήσεις και μύθους, οικογενειακούς και προσωπικούς, και να ελπίσει σε ανατροπές -π.χ. να περάσει από την πεποίθηση «η Ζωή είναι δύσκολη» στο «η Ζωή είναι παιχνίδι» ή από το «η Ζωή είναι βάρος» στο «η Ζωή είναι πλούτος» ή από το «ή Εγώ ή οι Άλλοι» στο «Και οι Δύο».

Συστημική οικογενειακή θεραπεία

Με αυτό το βασικό θεωρητικό πλαίσιο, εφοδιασμένο με χρήσιμες τεχνικές, ξεκίνησα την επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Επιπλέον, είχα βιώσει προσωπική ψυχοθεραπεία σε ομάδα και είχα συμμετάσχει ως εκπαιδευόμενη συνθεραπεύτρια σε άλλες ομάδες επί σειρά ετών. Και ενώ στις ατομικές συνεδρίες και στις ομάδες ένιωθα άνετα, στο ενδεχόμενο οικογενειακών συναντήσεων ήρθα αντιμέτωπη με μία δυσκολία: Πώς θα μπορούσα συγχρόνως να είμαι με το μέρος του κάθε μέλους της οικογένειας;

Η συστημική οικογενειακή θεραπεία στην αρχική της φάση έδινε έμφαση στην αλλαγή, στον έλεγχο, στις συμμαχίες, στα όρια, στα παιχνίδια (Hoffman, 2002). Οι εξηγήσεις, όμως, της δυσλειτουργίας βασίζονταν εν πολλοίς σε έννοιες γραμμικής αιτιότητας (πώς να ξεφύγει εύκολα κανείς από το κυρίαρχο επιστημολογικό πρότυπο της εποχής;), που οδηγούσαν σε μια επικριτική άποψη για την οικογένεια.

Αυτό ήταν που με έφερνε σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να κατηγορήσω, ας πούμε, τους γονείς για το σύμπτωμα του παιδιού; Αυτό δεν ταίριαζε στο συναίσθημά μου. Κάπως αλλιώς ήθελα να μπορώ να σκέφτομαι, ώστε η ματιά μου να έχει επιείκεια προς όλους, να μην αποκλείει κανέναν, αλλά αντίθετα να προάγει την αρμονία και τη συμφιλίωση στην οικογένεια.

Και προφανώς, δεν ήμουν η μόνη που είχα αυτές τις ανησυχίες. Νέες ιδέες μπόλιαζαν τη Συστημική Προσέγγιση, που απομακρύνονταν από την αντίληψη ότι μπορούμε ποτέ να έχουμε μιαν αντικειμενική άποψη για τον κόσμο. Μαθαίναμε ότι το ίδιο το νευρικό μας σύστημα δημιουργεί ενεργητικά την οπτική που έχουμε. Ότι ο παρατηρητής δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που παρατηρεί (Maturana & Varela, 1992).

Από τη γνώση της πραγματικότητας, μεταπηδήσαμε στην έννοια της κατασκευής της πραγματικότητας. Ο ειδικός, στην περίπτωσή μας ο ψυχοθεραπευτής, δεν διακήρυττε ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια αλλά ότι συμμετέχει στην κατανόησή της. Ο μοντέρνος κόσμος της βεβαιότητας κλονίστηκε.

Σύγχρονη Πολυκατευθυνόμενη Μέθεξη

Εκείνον τον καιρό, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μια διετή εκπαίδευση στην οικογενειακή θεραπεία από τον εξέχοντα θεωρητικό και θεραπευτή Mony Elkaïm. Παρακολουθώντας τον Elkaïm να δουλεύει με οικογένειες, βίωσα πώς είναι να είναι ο θεραπευτής συγχρόνως με το μέρος του καθένα (Elkaïm, 1991). Το ονόμασα Σύγχρονη Πολυκατευθυνόμενη Μέθεξη.

Για να το επιτύχει αυτό ο θεραπευτής, πρέπει να συλλάβει μια εικόνα του συστήματος που να συνδέει το πώς αλληλοεμπλέκονται οι συμπεριφορές των μελών ώστε να επιβεβαιώνονται συγχρόνως οι βασικές πεποιθήσεις του καθενός και οι οικογενειακοί μύθοι. Παρουσιάζεται έτσι μια εικόνα της οικογένειας, όπου κανείς δεν είναι περισσότερο φταίχτης από τον άλλο, αλλά όλοι παγιδευμένοι σε παγιωμένες αντιλήψεις. Αυτή η ματιά δεν προκαλεί αντιμαχίες, αντίθετα προωθεί τη συμφιλίωση και την ειρηνικότητα.

Η έννοια της συγκατασκευής της πραγματικότητας όσον αφορά την ψυχοθεραπεία, επέδρασε προς μεγαλύτερη ισοτιμία και συνεργατικότητα ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο (Anderson, 2002) και σε ταπεινότητα εκ μέρους του ειδικού που δε διεκδικεί ότι γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια, αλλά μόνον ότι μπορεί με την τέχνη του να βοηθήσει στην ανάδυση εναλλακτικών λύσεων για το σύστημα που να το καθιστούν βιώσιμο στο χρόνο.

Οι παραπάνω αντιλήψεις ικανοποίησαν την ανάγκη μου να δώσω ένα νόημα στο τι κρατούσε μαζί τους ανθρώπους, ποια κρυφή συμφωνία πίσω από τις αντιθέσεις και πώς θα διευκολύνονταν στη διαφοροποίησή τους. Περαιτέρω έναυσμα σε αυτές τις αναζητήσεις μου έδωσε η οπτική ενός άλλου στοχαστή και ψυχοθεραπευτή, του Bert Hellinger.

Ο Hellinger υποστηρίζει ότι ένα σύστημα για να λειτουργεί αρμονικά χρειάζεται όλους όσοι δικαιωματικά έχουν μια θέση σε αυτό (από γέννηση, γάμο ή σημαντικότητα σχέσης) και αυτή η θέση να τους αναγνωρίζεται στη συνείδηση των υπόλοιπων μελών του συστήματος (Hellinger, 2002). Αν κάποιος έχει αποκλειστεί από τις καρδιές των υπολοίπων, το σύστημα θα προσπαθήσει να ξαναβρεί την αρμονία του επαναφέροντας νοερά τον αποκλεισμένο. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσω της εμπλοκής ενός άλλου μέλους του συστήματος που θα τον «εκπροσωπεί» θυμίζοντάς τον με τη συμπεριφορά του.

Έτσι π.χ. μια οικογένεια μπορεί να θέλει να «ξεχάσει» έναν αλκοολικό θείο και ένα παιδί σε αυτή την οικογένεια να μας τον θυμίζει με την παραβατική του συμπεριφορά. Ακόμα και αν δεν το ομολογεί, η οικογένεια φοβάται ότι το παιδί του μοιάζει. Έτσι, επαναφέρει στη συνείδησή της τον αποκλεισμένο, η εμπλοκή όμως αυτή λειτουργεί αρνητικά για το παιδί, μιας και τα αλλότρια βάρη το καθηλώνουν και δεν του επιτρέπουν να ελευθερωθεί και να ακολουθήσει το δικό του δρόμο.

Ποια είναι η λύση σε αυτό;

Να δοθεί αναγνώριση στην ύπαρξη του αποκλεισμένου και νοερά να εναποθέσουμε σε αυτόν την ευθύνη, αλλά και τις επιπτώσεις από τις πράξεις του. Αυτή η στάση απαλλάσσει από την ανάγκη της κατηγόριας προς τον άλλον και στη συνέχεια από τις ενοχές που ωθούν κάποιον να προσπαθεί να σώσει την κατάσταση με λάθος τρόπους.

Βοηθά τον άνθρωπο να νιώσει λιγότερο εγωκεντρικός, να καταλάβει ότι δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, αλλά ένα σημείο σε μια ατελείωτη σειρά σημείων πίσω του και μπροστά του. Προηγήθηκαν πολλές γενιές ανθρώπων για να είναι τώρα αυτός εδώ και θα υπάρξουν και πολλές άλλες μετά από αυτόν. Η δύναμή του είναι περιορισμένη, αλλά αν κοιτάξει από μακριά αυτό το ποτάμι της ζωής και αναγνωρίσει έτσι απλά -χωρίς κατηγόριες ή ενοχές- ό,τι ανήκει σε αυτό, τη δύναμη αυτή μπορεί να την ελευθερώσει και να την κατευθύνει, όντας πιο ελεύθερος να επιλέξει.

Αυτές ήταν οι τρεις κύριες επιδράσεις που επεξεργάστηκα και αφομοίωσα στο προσωπικό μου χωνευτήρι. Γιατί ο κάθε θεραπευτής σύμφωνα με την προσωπικότητά του θα προσελκυστεί σε κάποιες θεωρίες και τρόπους θεραπείας -άλλος πιο παρεμβατικός και στρατηγικός, άλλος πιο ήπιος και συνεργατικός. Καλό είναι να έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος και να μη γίνεται δογματικός.

Σε αυτό το ταξίδι προς την αύξηση της εσωτερικής συγκρότησης και την αυτοκατεύθυνση στη διάρκειας της ψυχοθεραπείας, καθοριστικός παράγοντας είναι η στάση του θεραπευτή και το κλίμα που περιβάλλει τη θεραπευτική σχέση. «Και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτή εις ψυχήν αυτή βλεπτέον». Κι αν η ψυχή πρόκειται να γνωρίσει τον εαυτό της πρέπει να τον δει μέσα σε μια άλλη ψυχή, είπε ο Πλάτων. Γιατί «τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη», συμπληρώνει ο Σεφέρης.

Το Χάδι - Το Βλέμμα - Η Ανάδυση

Η σχέση αποτελεί συγχρόνως όχημα για να αγγίξουν τον θεραπευόμενο οι αναπλαισιώσεις, οι ερμηνείες, τα νοήματα, οι παραινέσεις που αναδύονται στη διάρκεια της θεραπείας, αλλά κυρίως είναι αυτή καθεαυτή θεραπευτικό γεγονός. Αυτό το κλίμα της θεραπευτικής σχέσης το έχω κωδικοποιήσει με τρεις λέξεις και τρεις ζωγραφιές:

  • Το Χάδι
  • Το Βλέμμα
  • Η Ανάδυση (δια του βλέμματος)

Το Χάδι το φαντάστηκα σα μια κοπέλα της ενόργανης γυμναστικής που χορεύει με την κορδέλα. Αυτή είναι η τελική στιγμή της χορογραφίας, που καθισμένη στο πάτωμα, αφήνει την κορδέλα να κινηθεί γύρω της.

Η κορδέλα δεν αγγίζει την κοπέλα. Την περιβάλλει, αλλά δεν εισβάλλει στον προσωπικό της χώρο. Έτσι και η στάση του θεραπευτή. Περιέχει όλα όσα είναι και λέει ο θεραπευόμενος. Δεν απορρίπτει, δεν αποκλείει. Περιβάλλει.

Είναι πάντα μια έκπληξη για τον θεραπευόμενο αυτή η στάση της άνευ όρων αποδοχής, τη στιγμή ακριβώς που περιμένει την αποδοκιμασία, τη μομφή. Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει στις ζωές μας την αποδοκιμασία κι έχουμε ίσως μάθει στην αυτομομφή, που μας φαίνεται πρωτόγνωρο το «αγκάλιασμα» της ύπαρξής μας από τον Άλλο, τη στιγμή που περιμένουμε την απόρριψή του.

Έκπληξη, αποσταθεροποίηση κι αμέσως μετά ανακούφιση, ημέρεμα. Η στάση αυτή προσφέρει ένα επανορθωτικό βίωμα στις προηγούμενες κακοποιητικές εμπειρίες του θεραπευόμενου. Δε σημαίνει ότι ο θεραπευτής επιδοκιμάζει τις απόψεις ή τις πράξεις του θεραπευόμενού του, με το αγκάλιασμά του όμως βεβαιώνει αυτό που ο άλλος είναι, καταφάσκει στην ύπαρξή του.

Έτσι, το «Χάδι» αυτό μπορεί να βιωθεί σα μια προστατευτική αύρα γύρω από τον θεραπευόμενο που σιγά σιγά μπορεί να γίνει μόνιμό του ρούχο, όταν θα έχει μάθει πια ο ίδιος να αγαπά τον εαυτό του.


Το Βλέμμα του θεραπευτή το έχω παραστήσει με ηλιοτρόπια, ζεσταίνει και φωτίζει.

Εντοπίζει τα καλά τα λειτουργικά στοιχεία που ο ίδιος ο θεραπευόμενος μπορεί να μην τα έχει αντιληφθεί ή να μην τα εμπιστεύεται, τα καμαρώνει και τα ενισχύει. Το Βλέμμα λειτουργεί σαν ένα αόρατο αγκίστρι που βοηθά τις δυνατότητες του ατόμου να αναδυθούν.


Συγχρόνως φωτίζει και τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Τις κοιτάζει όμως με ευσπλαχνία. Κι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά. Η ματιά που κοιτάζει ευσπλαχνικά ημερεύει αυτές τις πλευρές, τις γιατρεύει και τους επιτρέπει να υποχωρήσουν και να αφήσουν χώρο για τις πιο θετικές ή να μετουσιωθούν. Έχοντας απέναντί του κάποιον που δεν αποκλείει, αλλά περιλαμβάνει και ευσπλαχνίζεται όλα όσα είναι, μαθαίνει και το ίδιο το άτομο να ευσπλαχνίζεται τον εαυτό του και μετά και τους άλλους. Συμφιλιώνεται με τη φύση του -και τότε μπορεί και να επιλέξει το δρόμο που θέλει να ακολουθήσει.

Γιατί όσο υπάρχει η σύγκρουση, το ίδιο το σύστημα μοιάζει να αντιστέκεται σε μια «λύση» που θα κατηγορούσε ή θα απέκλειε ένα μέρος του. τσι προχωρώντας, μαθαίνουμε να συμφιλιωνόμαστε με όλο και ευρύτερα συστήματα.

Ξεκινώντας από τη:
  • Συμφιλίωση με τον εαυτό (με τη βοήθεια του Άλλου που μας περιέχει) περνάμε στη:
  • Συμφιλίωση με τον Άλλο (μαθαίνουμε να περιέχουμε και εμείς με τη σειρά μας), προχωράμε στη:
  • Συμφιλίωση με την ιστορία και το παρελθόν μας, Συμφιλίωση Διαγενεακή θα το αποκαλούσα και σε:
  • Συμφιλίωση τελικά με το Μέλλον, με όλα όσα πρόκειται να έρθουν.

Αναγνωρίζουμε τη ροή της Ζωής, αλλά και τα όριά μας, των ευθυνών και των ενοχών μας, γεγονός που μας ελευθερώνει να σταθούμε με σεβασμό και ταπεινότητα μέσα στη Ζωή και να θέσουμε τις δυνάμεις μας στην υπηρεσία της. Αυτή είναι η δική μου σύνθεση -ως τώρα. Δεν είναι η μόνη δυνατή, ούτε η μόνη βοηθητική. Είναι όμως αυτή που έχει νόημα για μένα και λειτουργεί ως άξονας στη δουλειά μου.

Εύχομαι σε κάθε νέο επαγγελματία να φτάσει στη δική του σύνθεση!

Υστερόγραφο

Περαιτέρω σκέψεις, αφορούν τη συμφιλίωση ανάμεσα στις διάφορες προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία. Η ανταλλαγή απόψεων και βιωμάτων είναι επιθυμητή, απαραίτητη και μπορεί να συντελέσει ώστε να αναδυθούν κοινά αποδεκτές αξίες που να λειτουργήσουν ως άξονας σε μια σύνθεση.

Η επισήμανση των δυνατών σημείων κάθε μεθόδου μπορεί να κάνει το διάλογο πιο γόνιμο. Παραδείγματος χάριν, ο προσανατολισμός στη λύση που είναι πιο φανερός στις συστημικές θεραπείες, μπορεί να κερδίσει από την έμφαση στη θεραπευτική σχέση, όπως παρουσιάζεται στην ψυχαναλυτική θεώρηση και αντιστρόφως. Κώδικες που να αναδεικνύουν τα ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν το σκοπό της ψυχοθεραπείας καθώς και τα μέσα και τις μεθόδους προς επίτευξή του θα είναι χρήσιμοι. Υπό την προϋπόθεση ότι ο σκοπός είναι ξεκάθαρος, η διαφορετικότητα θα φέρει πλούτο

Βιβλιογραφία
Anderson, H. (2002). Διάλογος, Γλώσσα και πιθανότητες προς μια Μεταμοντέρνα Θεραπεία ή Σύνδεση, Συνεργασία και Κατασκευή. Μετάλογος, 1, 15-23.
Elkaïm, M. (1991). Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς. Αθήνα: Κέδρος.
Hellinger, B. (2002). Η κρυφή συμμετρία της αγάπης. Αθήνα: Medicum.
Hoffman, L. (2002). Οικογενειακή Θεραπεία. Μια προσωπική ιστορία. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Katakis, Ch. (1990a). Stages of psychotherapy: progressive reconceptualizations as a self-organizing process. Psychotherapy, 26, 484-493.
Katakis, Ch. (1990b). The self-referential conceptual system: towards an operational definition of subjectivity. Systems Research, 7, 91-102.
Maturana, H. and Varela, F. (1992). Το Δέντρο της Γνώσης. Οι Βιολογικές Ρίζες της Ανθρώπινης Νόησης. Αθήνα: Κάτοπτρο.